|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο ripe παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: rot
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | ripe adj | (fruit: ready to eat) | ώριμος επίθ | | | | γινωμένος μτχ πρκ | | | You need to wait until the plums are ripe before you pick them. | | | Πρέπει να περιμένεις μέχρι τα δαμάσκηνα να είναι γινωμένα για να τα κόψεις. | | ripe adj | (mature, ready to eat) | ώριμος επίθ | | | Peter brought out the cheese course, including a soft, ripe brie. | | | Ο Πίτερ έβγαλε την πιατέλα με τα τυριά η οποία περιελάμβανε μαλακό, ώριμο μπρι. | | ripe adj | figurative (cheese, etc.: having strong smell) (μεταφορικά) | που έχει ωριμάσει περίφρ | | | That camembert's ripe; it's stinking out the fridge. | | ripe adj | figurative (time: perfect) | ιδανικός, κατάλληλος επίθ | | | | που έχει φτάσει, που έχει έρθει περίφρ | | | The time seemed ripe to tell his parents about his plans. | | | Ήταν η ιδανική (or: κατάλληλη) στιγμή για να μιλήσει στους γονείς του για τα σχέδιά του. | | | Είχε έρθει η ώρα να μιλήσει στους γονείς του για τα σχέδιά του. | | ripe for [sth] adj + prep | figurative (ready) | έτοιμος για κτ επίθ + πρόθ | | | (μεταφορικά) | ώριμος για κτ επίθ + πρόθ | | | (πιο επιτακτικό) | που χρειάζεται κτ περίφρ | | | The tax system is ripe for reform. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | ripe adj | figurative (age: mature) (ηλικία) | ώριμος επίθ | | | (κατάσταση) | ωριμότητα ουσ θηλ | | | From her grey hair and wrinkles, you could tell she was a woman of ripe years. |
|
|